Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Η αυλαία κλείνει… Θα ξανανοίξει;


foitites athina


Πρώτες εκτιμήσεις και συμπεράσματα από τις κινητοποιήσεις, τη στρατηγική και το σχεδιασμό των ΕΑΑΚ και την επόμενη ημέρα του φοιτητικού κινήματος


Η ανακοίνωση του σχεδίου «Αθηνά» από το υπουργείο παιδείας, ως σχέδιο εξορθολογισμού του χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ως σχέδιο εξυγίανσης - μείωσης των κρατικών δαπανών για τα πανεπιστήμια, σηματοδότησε την έναρξη διεργασιών μέσα στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Η άμεση και επιθετική αναίρεση της ύπαρξης ενός κομματιού της νεολαίας μέσα στο πανεπιστήμιο, καθώς και η αβεβαιότητα που ακολούθησε, πυροδότησαν τις πρώτες έντονες αντιδράσεις από μεριάς φοιτητών, κυρίαρχα στα ιδρύματα που πλήττονταν με άμεσο - υλικό τρόπο, δηλαδή σε αυτά που προορίζονταν για κλείσιμο ή συγχώνευση. Οι αντιδράσεις των φοιτητών (σε αυτές τις σχολές, και ιδιαίτερα στις σχολές στις οποίες δεν υπήρχε πρότερη παρουσία – παρέμβαση των ΕΑΑΚ), ως απάντηση στο κλείσιμο των σχολών τους, περιορίστηκαν στα στενά όρια του αυθορμητισμού και της υλικής διασφάλισης της ύπαρξης του εκάστοτε τμήματος ή σχολής, γεγονός που σε πολλές περιπτώσεις περιόριζε μια πιο βαθιά πολιτική ανάλυση, τόσο του ίδιου του σχεδίου «Αθηνά», όσο και συνολικότερα της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης. Αντίθετα, οι αντιδράσεις του καθηγητικού μπλοκ, περιορίστηκαν είτε σε καθαρά συντεχνιακές λογικές, διασφάλισης της ύπαρξής τους μέσα στον εκπαιδευτικό μηχανισμό (αντιδρώντας έτσι στο «Αθηνά»), είτε ως καλοθελητές στην εφαρμογή του σχεδίου, αφενός λειτουργώντας σαν σύμμαχοι του υπουργείου, και αφετέρου ορμώμενοι από την εξυπηρέτηση των προσωπικών τους συμφερόντων. Μέσα σε όλο αυτό το διαμορφωμένο πλαίσιο καλέστηκαν να παρέμβουν τα σχήματα των ΕΑΑΚ και να θέσουν ισχυρές βάσεις για την επανεμφάνιση του φοιτητικού κινήματος, με ανατρεπτικούς και νικηφόρους όρους.
Για την πολιτική γραμμή και τις αιχμές:

Αποτελεί γεγονός το ότι το «Αθηνά», λόγω του τρόπου με τον οποίο είχε παρουσιαστεί από τα ΜΜΕ, φάνηκε να πλήττει κυρίαρχα τους φοιτητές των ιδρυμάτων τα οποία προορίζονταν για συγχώνευση ή κλείσιμο. Αυτό δεν επέτρεψε σε πολλές περιπτώσεις, και λόγω αντικειμενικότητας αλλά κυρίαρχα λόγω των αδυναμιών των ΕΑΑΚ, τη σύνδεση των φοιτητικών συλλόγων μεταξύ τους και τον από κοινού βηματισμό τους. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στο ότι η πολιτική ανάλυση των σχημάτων, που βρίσκονταν σε σχολές που έκλειναν ή συγχωνεύονταν, έμενε μόνο σε αυτή καθαυτή την πτυχή και δεν ανέλυε το πώς επηρεάζει το σχέδιο «Αθηνά» τα εκάστοτε προγράμματα σπουδών καθώς και τα πτυχία, ή το πώς συνδέεται με το σύνολο της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης και τη στρατηγική της κυβέρνησης για τη νεολαία. Αποτέλεσμα όλης αυτής της ανάλυσης ήταν το ότι οι σχολές οι οποίες τελικά εξαιρέθηκαν από το σχέδιο, και οι οποίες σε ένα βαθμό είχαν δώσει και καύσιμα ώστε να κινηθούν πανελλαδικά οι φοιτητικοί σύλλογοι σε κινηματική τροχιά, να σταματήσουν τις κινητοποιήσεις την επόμενη κιόλας μέρα από την υλοποίηση του στόχου τους, χωρίς να δίνουν έτσι μια συνέχεια στις κινητοποιήσεις που γίνονταν (πχ Φιλοσοφική). Προφανώς και το κλείσιμο ή η συγχώνευση μίας σχολής θα έπρεπε να αποτελεί την κυρίαρχη πτυχή στον πολιτικό λόγο ενός σχήματος που παρεμβαίνει σε μία τέτοια σχολή, ώστε με αυτόν τον τρόπο, και πατώντας πάνω στην υλικότητα της αναδιαρθρωτικής κίνησης του υπουργείου, να μαζικοποιήσει τις διαδικασίες του συλλόγου και να συγκροτήσει μπλοκ αγώνα. Όμως μία τέτοιου τύπου παρέμβαση, η οποία περιοριζόταν μονάχα σε αυτή την πτυχή, από τη μία κατέληγε να ενισχύει τα συντεχνιακά ρεύματα στο εσωτερικό του φοιτητικού στρώματος (πχ «κινητοποιούμαι για να μην κλείσει η σχολή μου»), και από την άλλη δεν κατάφερνε να αναδείξει τη δεσπόζουσα πτυχή της αναδιάρθρωσης, δηλαδή την αναίρεση της εργασιακής και επαγγελματικής προοπτικής της νεολαίας συνολικά μέσα από μία σειρά σχεδίων και μεταρρυθμίσεων.

Ιδιαίτερα προβληματική όμως αποδείχθηκε και η πολιτική παρέμβαση των σχημάτων στις σχολές οι οποίες δεν πλήττονταν με έναν άμεσο τρόπο από το «Αθηνά» και τελικά αυτό οριοθέτησε ακόμα περισσότερο τις δυνατότητες για την ανάπτυξη ενός μαχητικού κινήματος ανατροπής, στο ήδη οριοθετημένο πεδίο στο οποίο κλήθηκαν να παρέμβουν τα ΕΑΑΚ. Οριοθετημένο επειδή, από τη μία οι σύλλογοι που παρεμβαίνουν τα ΕΑΑΚ πανελλαδικά μπήκαν καθυστερημένα σε μία τροχιά κινητοποιήσεων (δύο εβδομάδες πριν από την αρχικά ανακοινωμένη ημερομηνία ψήφισης του σχεδίου), και από την άλλη, οι κινήσεις του υπουργείου με τις διαρκείς αναβολές της ημερομηνίας και του τρόπου κατάθεσής του δεν ευνόησαν στο να καρποφορήσει ένας σχεδιασμός σταδιακής κλιμάκωσης σαν αυτόν που περιέγραφαν τα ΕΑΑΚ. Παρόλα αυτά, ακόμα και μέσα σε αυτό το πεδίο, υπήρχαν δυνατότητες για τα σχήματα να πετύχουν το διακηρυκτικό τους στόχο, αν ακολουθούσαν μία διαφορετική λογική στον πολιτικό τους λόγο. Είναι σαφές πως ούτε η παρότρυνση για κινητοποιήσεις αλληλεγγύης στους συλλόγους που πλήττονται, ούτε η έγκλιση για κινητοποιήσεις με τη λογική του «είμαστε ο επόμενος στόχος» μπορούσε να στρατεύσει μαζικά κινητοποιούμενα μπλοκ μέσα στις σχολές. Μία τέτοια κατεύθυνση για τα ΕΑΑΚ σε αυτές τις σχολές θα έπρεπε αναγκαστικά να περνάει μέσα από δύο σημεία. Πρώτον την ανάδειξη του ρόλου που έρχεται να παίξει το «Αθηνά» ακόμη και για τις σχολές που δεν κλείνουν ή συγχωνεύονται (απευθείας παρέμβαση του υπουργείου στα προγράμματα σπουδών και στα πτυχία, ρύθμιση του αριθμού των εισακτέων κλπ) και δεύτερον και κυριότερο, την αποκάλυψη της κεντρικής κατεύθυνσης της αναδιαρθρωτικής κίνησης, όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω.

Για τη στρατηγική και το σχεδιασμό των ΕΑΑΚ:

Ο σχεδιασμός της όξυνσης τους φοιτητικού κινήματος με μία λογική σταδιακής κλιμάκωσης μέχρι την ημερομηνία ψήφισης του σχεδίου «Αθηνά» που διακηρυκτικά «εξέδωσαν» τα ΕΑΑΚ, παρότι καθυστερημένος, ήταν ο αναγκαίος και ικανός ώστε να επιτευχθεί ο στόχος που εξ’ αρχής είχαν θέσει. Δηλαδή τη δυναμική επανεμφάνιση του φοιτητικού κινήματος για την ανακοπή της αναδιάρθρωσης και την πυροδότηση ευρύτερων εξελίξεων στο πολιτικό σκηνικό. Όμως, το σχέδιο των επαναλαμβανόμενων γύρων γενικών συνελεύσεων ανά εβδομάδα με μία ημέρα κλειστή σχολή και συμμετοχή στις κινητοποιήσεις, το οποίο τελικά υλοποιήθηκε (σε αντίθεση με τις καταλήψεις διαρκείας που προέκυψαν στις σχολές που κλείνουν ή συγχωνεύονται), σε καμία περίπτωση δεν αποτέλεσε σχέδιο κλιμάκωσης. Στην υλοποίηση αυτού του σχεδίου τελικά συνέβαλαν τόσο οι «εξωτερικοί» παράγοντες, οι αναδιπλώσεις και οι αναβολές δηλαδή του υπουργείου, όσο και οι αντιφάσεις με τις οποίες κινήθηκαν τα ΕΑΑΚ στις σχολές. Αντιφάσεις οι οποίες είχαν να κάνουν, από τη μία με τη στρεβλή ιεράρχηση αιχμών μέσα στους συλλόγους και από την άλλη με την έλλειψη ουσιαστικού συντονισμού μεταξύ των σχημάτων πανελλαδικά. Ακόμα και αυτός ο σχεδιασμός «μισής κλιμάκωσης» που ακολούθησαν τα ΕΑΑΚ τελικά υλοποιήθηκε και από τα μισά σχήματα.

Αποκορύφωμα βέβαια σε όλο αυτό το σκηνικό αποτέλεσε το παιχνίδι που ξεδιπλώθηκε μεταξύ των διαφορετικών αντιλήψεων στο εσωτερικό των ΕΑΑΚ για την επιβεβαίωση συσχετισμών, όχι στο πεδίο του κινήματος, αλλά στο εσωτερικό του ίδιου του δικτύου των σχημάτων. Οι κινητοποιήσεις των συλλόγων (προπύλαια ή υπουργείο), ο χαρακτήρας τους (πανελλαδική ή ανά πόλεις), αλλά και οι διαδικασίες του κινήματος (συντονιστικό γενικών συνελεύσεων και καταλήψεων) αποτέλεσαν αντικείμενο των τακτικισμών της εκάστοτε αντίληψης για την εξυπηρέτηση των μικροπολιτικών της συμφερόντων. Οι λογικές αυτές, απόρροια της κατάστασης και της αντιπαράθεσης που έχει δημιουργηθεί στο εσωτερικό του δικτύου και του τρόπου με τον οποίο βλέπει η κάθε αντίληψη τον εαυτό της μέσα σε αυτό, κατάφεραν να δημιουργήσουν σύγχυση στον κόσμο των σχολών και στέρησαν από τα ΕΑΑΚ τη δυνατότητα να αποκτήσουν, με έναν οργανωμένο τρόπο, παρέμβαση σε σχολές στις οποίες δεν είχαν (και οι οποίες συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις). Εν τέλει κατέληξαν ακόμα κι αυτός ο «κουτσουρεμένος» κινηματικός σχεδιασμός που ακολουθήθηκε, να υλοποιηθεί με τεράστιες ταλαντεύσεις και αποκλίσεις. Αν κάτι μπορεί να συμπεράνει κανείς από τα παραπάνω είναι ότι τελικά τα ΕΑΑΚ και οι διαφορετικές αντιλήψεις εντός αυτών, χαράσσουν σχεδιασμό στη βάση των συσχετισμών τους (στο επίπεδο των συλλόγων, αλλά και του δικτύου των ΕΑΑΚ) και όχι στη βάση της εξυπηρέτησης των πραγματικών αναγκών του φοιτητικού κινήματος ή έστω των στόχων που σε διακηρυκτικό επίπεδο έχουν θέσει.

Για την επόμενη μέρα του φοιτητικού κινήματος:

Παρά τις ταλαντεύσεις οι οποίες αποτυπώθηκαν κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων ενάντια στο σχέδιο «Αθηνά», οι κινητοποιήσεις των φοιτητών κατάφεραν να ασκήσουν πιέσεις στο υπουργείο. Οι πιέσεις αυτές σε συνδυασμό με το ευρύτερο πολιτικό σκηνικό (εξελίξεις στην Κύπρο), καθώς και τις ενστάσεις εταίρων της τρικομματικής κυβέρνησης για την αναδιάρθρωση, οδήγησαν την κυβέρνηση Σαμαρά σε συνεχείς αναβολές της ημερομηνίας ψήφισης, και εν τέλει στην επεξεργασία ενός σχεδίου το οποίο θα απέφευγε τη ψηφοφορία του σχεδίου από την ολομέλεια της βουλής και θα το έφερνε με τη μορφή προεδρικού διατάγματος. Η ψήφιση της τροπολογίας του νόμου Διαμαντοπούλου από τη βουλή (η οποία δίνει στο υπουργείο την παραπάνω δυνατότητα, δηλαδή την απευθείας παρέμβαση στα προγράμματα σπουδών των σχολών και στον αριθμό των εισακτέων μέσω προεδρικών διαταγμάτων), αν και φέρνει σε θέση ισχύος την κυβέρνηση, δε σηματοδοτεί σε καμία περίπτωση την ήττα του φοιτητικού κινήματος. Η αντιπαράθεση περνάει πλέον στο εσωτερικό των σχολών. Τα σχήματα των ΕΑΑΚ οφείλουν με κάθε τρόπο να κρατήσουν ζωντανές τις διαδικασίες των συλλόγων (ακόμα και των ερχόμενων φοιτητικών εκλογών), να κρατήσουν ψηλά τους τόνους της αντιπαράθεσης με τους συμμάχους της κυβέρνησης στο εσωτερικό των πανεπιστημίων (καθεστωτικές παρατάξεις – μερίδες του καθηγητικού μπλοκ), μην αφήνοντας την ψήφιση μίας τροπολογίας να επηρεάσει τα κινηματικά μπλοκ που συγκροτήθηκαν μέσα στις σχολές όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα. Επιπλέον τα ΕΑΑΚ οφείλουν να επανακατοχυρώσουν τη φοιτητική συμμετοχή και τη δυνατότητα παρέμβασης των συλλόγων στα όργανα λήψης αποφάσεων των ιδρυμάτων, η οποία τείνει να αναιρεθεί από την εφαρμογή των αναδιαρθρώσεων σε μία σειρά από σχολές. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό στο βαθμό που οι παραπάνω αλλαγές θα περάσουν και μέσα από τις διαδικασίες των τμημάτων και κυρίως των κοσμητειών. Η διαμόρφωση μίας πολιτικής γραμμής που θα καταφέρνει να αναδεικνύει το στρατηγικό στόχο της αναδιάρθρωσης, να συνδέει το ειδικό με το γενικό πολιτικό, σε συνδυασμό με μία πολιτική παρέμβαση που θα γειώνει αυτή τη γραμμή και θα την κάνει κτήμα του κόσμου των σχολών, καθώς και θα διασφαλίζει τα υλικά συμφέροντα των φοιτητών, κρίνεται στο σήμερα ως επιτακτική ανάγκη για την επόμενη ημέρα του φοιτητικού κινήματος.

Αριστερή Συσπείρωση

Τομέας Νεολαίας

Απρίλης 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια: