Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

13/12/1967 - Η νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι


 Πατέρα! Μη φεύγεις! Πατέρα μη! Μη φεύγεις!

Ο Μάρτον Μπούκοβι θα απελαθεί το  1967 με δάκρια στα μάτια και έναν ολόκληρο λαό να ικετεύει για την παραμονή του.


Σαν σήμερα πριν από 46 χρόνια ο Μεγάλος  Μάρτον Μπούκοβι αποχώρησε από την Ελλάδα. Ο αείμνηστος Μαγυάρος προπονητής που οδήγησε τον Ολυμπιακό τη διετία 1965-67 στην κατάκτηση των δύο πρώτων του πρωταθλημάτων στα χρόνια της Α' Εθνικής (από το 1959 και μετά) είχε μπει στο μάτι της χούντας λόγω των πολιτικών του φρονημάτων και ουσιαστικά εξωθήθηκε σε παραίτηση!

Ο Μπούκοβι λατρεύτηκε σαν Θεός στον Ολυμπιακό. Με τα πρωτοποριακά του συστήματα και την περίφημη δουλειά του σε όλα τα επίπεδα μιας ποδοσφαιρικής ομάδας επανέφερε τον Θρύλο στη φυσική του θέση: την κορυφή. Αμέσως διέγνωσε τα προβλήματα που υπήρχαν και εκμεταλλεύθηκε αντίστοιχα τα δυνατά σημεία της ομάδας του. Στηρίχθηκε σε τέσσερις σπουδαίους παίκτες, τον Γιώργο Σιδέρη, το Νίκο Γιούτσο, τον Βασίλη Μποτίνο, τον Κώστα Πολυχρονίου κι δημιούργησε αμέσως ένα τρομερό σύνολο με επιθετικούς προσανατολισμούς, που απέδιδε εξαιρετικό ποδόσφαιρο.

Οι δημιουργίες του «Μάρτσι-Μπάτσι»

Ο Μάρτον Μπούκοβι γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου του 1903, στη Βουδαπέστη. Έπαιξε ποδόσφαιρο, μεταξύ άλλων, στη Φερεντσβάρος στην πατρίδα του και μετέπειτα στη γαλλική Σετ. Φυσικά αγωνίστηκε και στην Εθνική Ουγγαρίας. Όταν εγκατέλειψε τα γήπεδα ως παίκτης, αμέσως ασχολήθηκε με την προπονητική. Το 1935 αναλαμβάνει την Γκραντάνσκι του Ζάγκρεμπ την οποία και οδηγεί σε δύο Εθνικά Πρωταθλήματα Γιουγκοσλαβίας και δύο Πρωταθλήματα Κροατίας. Μετά την ολοκλήρωση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μπούκοβι συνέχισε στη συγκεκριμένη ομάδα, η οποία όμως πλέον είχε ενωθεί με άλλες δύο και μετονομαστεί στη σημερινή Ντιναμό Ζάγκρεμπ. Δεν θα καθόταν όμως για πολύ ακόμα. Το 1947 αποφασίζει να επιστρέψει στην πατρίδα του και να καθίσει στον πάγκο της ΜΤΚ Βουδαπέστης. Παρά τα προβλήματα στο εσωτερικό της χώρας από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο Μπούκοβι οδηγεί την ΜΤΚ σε τρία Πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο Ουγγαρίας, με παίκτες όπως οι Χιντεγκούτι, Λάντος και Παλοτάι.


Ιθύνων νους της «Αράντσιπατ»
Πέρα από τη δουλειά του στην ΜΤΚ όμως, εργάστηκε και στην Εθνική Ουγγαρίας, αρχικά σαν βοηθός του Γκούσταβ Σέμπες και από το 1956 και μετά όταν τον διαδέχθηκε, σαν πρώτος προπονητής, για ένα χρόνο. Ακόμη και σήμερα όμως, θεωρείται από τους περισσότερους ότι ο Μπούκοβι ήταν ο ουσιαστικός δημιουργός της μυθικής «Αράντσιπατ», της κορυφαίας Εθνικής ομάδας της εποχής. Ο λόγος είναι πολύ απλός: ο Μπούκοβι ήταν αυτός που κατέστρωνε το μεγαλύτερο μέρος της τακτικής. Όταν πια εξέλιξε στην ΜΤΚ το παραδοσιακό τότε σύστημα «WM» (3-4-3) προσθέτοντας δύο πλάγιους επιθετικούς (τους γνωστούς εξτρέμ), οπισθοχωρώντας έναν μέσο μετατρέποντάς τον σε αμυντικό και χρησιμοποιώντας έναν από τους υπάρχοντες επιθετικούς πιο πίσω, σε ρόλο οργανωτή, ουσιαστικά επινόησε ένα νέο σύστημα, το 4-2-4. Η συγκεκριμένη τακτική έφερε την επανάσταση στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο και έκανε θαύματα τόσο στην ΜΤΚ όσο και στην Εθνική Ουγγαρίας, με τον Χιντεγκούτι στον ρόλο του οργανωτή. Το συγκεκριμένο σύστημα υιοθέτησε (δηλαδή αντέγραψε… στεγνά) ο Σέμπες στην Εθνική όσο και στις επόμενες ομάδες που εργάστηκε, όπως συνέβη και με τον τρίτο σπουδαίο Ούγγρο τεχνικό της εποχής, Μπέλα Γκούτμαν (μετέπειτα τεχνικό του ΠΑΟ), ο οποίος έφτασε να το «εξάγει» μέχρι και στη Βραζιλία, σαν προπονητής της Σάο Πάολο.

Πως ήρθε στον Ολυμπιακό

Μετά την εξέγερση στην Ουγγαρία το ’56 και την εισβολή των Σοβιετικών, διαλύθηκε και η «Αράντσιπατ». Χιλιάδες Ούγγροι εγκατέλειψαν τη χώρα και ανάμεσά τους φυσικά ήταν σπουδαίοι παίκτες και προπονητές, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Σε αντίθεση όμως, για παράδειγμα, με τους Πούσκας και Κόκσιτς, ο Μάρτον Μπούκοβι δεν έφυγε αμέσως. Παρέμεινε στην πατρίδα του και ως προπονητής της Εθνικής.
Το 1965, οι φήμες ήθελαν τον Μπούκοβι να έρχεται στον Πειραιά «συστημένος» από το Κουμμουνιστικό Κόμμα της Ουγγαρίας με την επαφή να γίνεται σε έναν αγώνα με τη Φερεντσβάρος. Σύμφωνα με την ιστορία, ο τότε γενικός αρχηγός της ομάδας, Άρης Χρυσαφόπουλος, συνάντησε στο ξενοδοχείο έναν συγκρατούμενό του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτός είχε ανελιχθεί στα υψηλά κλιμάκια του Κόμματος και όταν ζητήθηκε η βοήθειά του από τον Έλληνα παράγοντα, εκείνος φέρεται να του έστειλε «πακέτο» λίγο καιρό αργότερα, το καλοκαίρι του ’65 πια, τον Μπούκοβι και έναν παντελώς άγνωστο στο ελληνικό κοινό 24χρονο επιθετικό. Ένα παιδί Ελλήνων ομογενών που μεγάλωσε στην Ουγγαρία, αγωνιζόταν στην Τσέπελ και οι Ούγγροι είχαν ονομάσει Γιουτσόφ: τον Νίκο Γιούτσο.

Επιστροφή στην κορυφή

Η περίοδος 1965-66 είναι η πρώτη του Μπούκοβι στον Ολυμπιακό. Οι ερυθρόλευκοι «κονταροχτυπιούνται» μέχρι το τέλος με τον Παναθηναϊκό που είχε ήδη «5 στα 6» πρωταθλήματα τα προηγούμενα χρόνια και η μάχη είναι πολύ σκληρή. Ο Θρύλος θέλει νίκες στα εναπομείναντα τρία παιχνίδια κόντρα στον Πανσερραϊκό, τα Τρίκαλα και τον Απόλλωνα Αθηνών. Είναι η 28η αγωνιστική και αντίπαλος είναι η ομάδα των Σερρών. Ο Ολυμπιακός μπαίνει γρήγορα μπροστά στο σκορ με γκολ του μόνιμου «εκτελεστή» του, Γιώργου Σιδέρη όμως οι Σερραίοι θα ισοφαρίσουν γρήγορα, στο 19΄. Στη συνέχεια του αγώνα επί 70 ολόκληρα λεπτά, ο Ολυμπιακός «βομβάρδιζε» την εστία του αντιπάλου, όμως ο Σερραίος γκολκίπερ είχε αποκρούσει ότι πιθανό και… απίθανο πλησίαζε προς το τέρμα του. Με τον χρόνο να περνάει και την απώλεια ενός ακόμη τίτλου να διαγράφεται μπροστά στα μάτια όλων, ο Νίκος Γιούτσος δίνει την ιστορική λύση! Στο τελευταίο λεπτό, με ένα τρομερά δύσκολο γκολ, βγαλμένο από σενάριο ταινίας, θα δώσει τη νίκη στην ομάδα του με 2-1.

Μέχρι σήμερα, πολλοί οπαδοί του Ολυμπιακού που θυμούνται εκείνη την εποχή θεωρούν ότι κανένα άλλο γκολ δεν έχει πανηγυριστεί περισσότερο από εκείνο! Με τους παίκτες του Πανσερραϊκού «ξεραμένους» στο χορτάρι ο κόσμος εισέβαλλε στο γήπεδο για να πανηγυρίσει τη νίκη-μισό τίτλο. Στα εναπομείναντα δύο ματς, ο Ολυμπιακός έκοψε… την πλάκα και ταυτόχρονα τον «βήχα» των αντιπάλων από νωρίς. Συνέτριψε 5-0 τα Τρίκαλα εκτός έδρας και 3-0 τον Απόλλωνα, φτάνοντας έτσι στον πρώτο τίτλο του από την εποχή που το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα ολοκληρώθηκε και τη θέση του πήρε η Α’ Εθνική. Αυτό φυσικά ήταν και το πρώτο μετά από έξι ολόκληρα χρόνια, το μεγαλύτερο διάστημα που είχε μείνει χωρίς τίτλο πρωταθλητή μέχρι τότε.

Το δεύτερο και το τραγούδι

Με τον αέρα του πρωταθλητή, ο Ολυμπιακός ξεκινά την περίοδο 1966-67 όπως τελείωσε την προηγούμενη. Μετρά έντεκα συνεχόμενες νίκες μεταξύ των οποίων και το 1-0 επί του Παναθηναϊκού στη Λεωφόρο, με γκολ του Γιούτσου. Όπως ήταν λογικό, ξεφεύγει νωρίς νωρίς από τους διεκδικητές του τίτλου και σα να μην έφτανε αυτό διαλύει με 4-0 τον Παναθηναϊκό στο Καραϊσκάκη. Το αποτέλεσμα αυτό ήταν η οριστική «σφραγίδα» στη θεοποίηση του Μάρτον Μπούκοβι από τους οπαδούς της ομάδας. Αυτή τελειώνει το πρωτάθλημα «τρένο» και φτάνει με χαρακτηριστική άνεση στην κατάκτηση ενός ακόμη τίτλου. Έχει τις περισσότερες νίκες (21), τα περισσότερα γκολ (59) και την καλύτερη άμυνα (17), ενώ πρώτος σκόρερ ανακηρύσσεται ο Γιώργος Σιδέρης. Ο Ούγγρος τεχνικός και η «ομαδάρα» του γίνονται ένα αξέχαστο τραγούδι: «Του Μπούκοβι την ομαδάρα, τη λένε Ολυμπιακάρα…», έγραψε ο Βαγγέλης Περπινιάδης, ένας «ύμνος» που πρωτακούστηκε σε κέντρο του Φαλήρου στα επινίκια της κατάκτησης του πρωταθλήματος.

Το όνειρο δεν θα κρατήσει

Με τον Μπούκοβι να είναι ο απόλυτος Θεός του κόσμου του Ολυμπιακού, άπαντες ονειρεύονται πως ο Ούγγρος θα μείνει για πολλά χρόνια στην ομάδα και θα δημιουργήσει έναν ευρωπαϊκό κολοσσό. Άλλωστε οι κατάλληλοι παίκτες υπήρχαν…

Κάπου εκεί όμως τα προβλήματα αρχίζουν και αποδεικνύονται μη αναστρέψιμα. Ο Μπούκοβι και ο βοηθός του, Λάντος, αρνούνται το καλοκαίρι του 1967 να ταξιδέψουν με την αποστολή για τις ΗΠΑ και τον Καναδά όπου θα περιόδευε. Με αυτό τον τρόπο επέλεξε ο Ούγγρος τεχνικός να διαμαρτυρηθεί στη διοίκηση του Γιώργου Ανδριανόπουλου για μια σειρά γεγονότων που τον απογοήτευσαν, όπως για παράδειγμα κάποιες μεταγραφικές κινήσεις που πραγματοποιήθηκαν δίχως να τις εγκρίνει αλλά και μια ολοένα και επαναλαμβανόμενη τάση μελών της διοίκησης να εμπλέκονται σε τεχνικά θέματα. Σημειωτέον, το καλοκαίρι αυτό ο Ανδριανόπουλος παραχώρησε την προεδρία του συλλόγου έπειτα από εννέα χρόνια. Όταν πια οι παίκτες του Ολυμπιακού έμαθαν την πρόθεση του προπονητή τους και αυτοί με τη σειρά τους αρνήθηκαν να ταξιδέψουν. Τελικά, μετά από παρέμβαση του Μπούκοβι, πείστηκαν, με τον Ούγγρο να θέτει επικεφαλής τον αρχηγό της ομάδας, Κώστα Πολυχρονίου: «Εσύ θα τους συγκεντρώσεις και θα τεθείς επικεφαλής...»

Η… υπόλοιπη  αλήθεια

Η ηστορία λεέι οτι ο Ούγγρος  εγκαταλείπει την Ελλάδα λόγω της ανατολικής καταγωγής και κουμουνιστικής παιδείας του. Με το πολιτικό σκηνικό να μεταλλάσσεται ριζικά στο εσωτερικό του τόπου και ενώ έχουν προκηρυχθεί εκλογές για τον Μάη του ’67, τη νύχτα της 20ης Απριλίου του 1967 η χώρα θα περάσει στη «σκοτεινή» εποχή της. Η «Junta», η δικτατορία των συνταγματαρχών είναι γεγονός και οποιοσδήποτε βρίσκεται στη χώρα και είναι δηλωμένος αριστερός, αντιμετωπίζει σοβαρότατο κίνδυνο.  Οι Μπούκοβι και Λάντος, κουμουνιστές γαρ, αλλά και μέλη του Ολυμπιακού, της ομάδας με το λαϊκό έρεισμα, γίνονται «στόχοι» της χούντας. Τρεις μήνες μετά, το καθεστώς… αποφασίζει την οριστική λήξη της συνεργασίας του Ολυμπιακού με έναν κουμουνιστή τεχνικό. Ο Μάρτον Μπούκοβι θα απελαθεί το  1967 με δάκρια στα μάτια και έναν ολόκληρο λαό να ικετεύει για την παραμονή του.

«Στη χώρα σας γνώρισα τις μεγαλύτερες χαρές της ζωής μου. Τα έφερε έτσι η τύχη ώστε τις γιορτές να τις κάνω στο σπίτι μου στη Βουδαπέστη. Στο μέλλον δεν πρόκειται να προπονήσω καμία ομάδα! Αυτό είναι το τέλος της όμορφης επαγγελματικής μου καριέρας» ήταν τα τελευταία του λόγια στην Ελλάδα. Ο σπουδαίος Μάρτον Μπούκοβι, ο οποίος κράτησε την υπόσχεση που έδωσε, δεν ασχολήθηκε ποτέ ξανά με το ποδόσφαιρο. Πέθανε στις 2 Φεβρουαρίου του 1985, σε ηλικία 82 ετών.



Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι*

Το παρακάτω απόσπασμα ανήκει στη συλλογή διηγημάτων «Τη νύχτα που έφυγε ο Μπούκοβι»* του Διονύση Χαριτόπουλου (εκδ. ΕΞΑΝΤΑΣ). Σε αυτό, ο συγγραφέας αποδίδει με το στυλ τραγικού ποιητή και την αντίστοιχη ένταση την τελευταία νύχτα του Μάρτον Μπούκοβι στην Ελλάδα και είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά που μπορεί να διαβάσει κανείς για την ατμόσφαιρα που επικρατούσε εκείνες τις ώρες.


«Ήτανε όλοι εκεί. Οι αγαπημένοι από τα παλιά. Από την Αγία Σοφία και τα Μανιάτικα, τον Άγιο Δημήτρη, τα Ταμπούρια και την Υπαπαντή. Αδειάσανε τα καφενεία και τα σφαιριστήρια.

Από τη λέσχη του Σταύρου ήρθε ο έβδομος αδερφός του, ο Λουκάς, που αργότερα σκοτώθηκε με το μηχανάκι, ο Μάνθος ο Τζαμπαμάγκας, το δεξί μπακ του ΠΟΑΔ, ο κουρέας ο Λοΐζος, που 'παιζε τερματοφύλακας, ο Φιρλίγκος, ο Πιεράκος, ο Γκέλος, που πέρναγε παραμάνες στα μάγουλά του χωρίς να ματώνει, τ' αδέρφια οι Αράπηδες, ένας απ' τους Κριελάκους, ο Πιέρος ο μποξέρ κι όσοι απ' το τάγμα Τσιλιβαραίων βρέθηκαν εκεί.

Από το καφενείο του Κοτέα ήρθε ο Βαρελάς, ο Θοδωρής, ο Στέλιος ο Υγρασίας, οι Γαργαλάκοι, ο Καραβάς, το σέντερ φορ της ΠΟΑΔ, ο Τσούτας, ο Δρακούλης ο αστυφύλακας, χωρίς τη στολή, ο Μονέδας, ένας απ' τους Μαριόληδες, ο Πηλάλης, ο Μπαμπάτσικος, ο Κατσίκας η Αλήτρα και όσοι απ' το τάγμα των Τσιλιβαραίων ήτανε εκεί.

Απ’ των ''Κυνηγών'' ήρθε ο Τσοτσός που ταξιδεύει, ο Μαγουλάς, ο Μηνάς κι ο γαμπρός του, ο Σπίγγος, ο Μηνάς ο νταβατζής, οι Γεωργακαράκοι, ο Θοδωρής το Φάντασμα, ο Γιώργος ο Τσίου, που χάθηκε τζάμπα, ο Μαυροειδάκος, τα Δίδυμα κι όσοι απ' το τάγμα των Τσιλιβαραίων ήτανε εκεί.

Ηρθανε απ’ του Τσέχα, του Μπαθρέλου και του Τσαπατσάρη, ο Βαρίτης, οι Μελάδες, ο Πέτρος ο Κεφάλας, ο Μιχάλης, που τον κλάψανε όλα τα Μανιάτικα. Ήρθανε οι δυο χασάπηδες που κάνανε στην Κορέα, κάτι παιδιά απ' την Αμφιάλη, που κατεβαίνανε για μπαρμπούτι, κι όσοι απ' το τάγμα των Τσιλιβαραίων δεν είχανε σειρά για ύπνο.

Την άλλη μέρα έγραψε και το ''Φως'' τι έγινε εκεί: Πως είχε σταματήσει η συγκοινωνία κάτω απ' το ξενοδοχείο της Καστέλας, πως ανεμίζανε ασπροκόκκινες σημαίες και κασκόλ, ανάβανε στριμμένες εφημερίδες και κεριά, κι οι πιο μικροί, με δάκρυα στα μάτια, φωνάζανε:

- Πατέρα! Μη φεύγεις!

Πως όταν βγήκε ο Μπούκοβι στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου να τους ησυχάσει με τον Λάντος δίπλα του, δάκρυσε κι αυτός και έκανε και τους μεγάλους να χτυπιούνται:

- Πατέρα! Μη φεύγεις! Πατέρα μη! Μη φεύγεις!

Δεν υπάρχουν σχόλια: